Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή μιας εκάστης των μονών της Πάρου, κρίνουμε αναγκαίο να προτάξουμε ιστορικά στοιχεία που αφορούν στην εμφάνιση του Χριστιανισμού στην Πάρο, καθώς και στην ίδρυση με την πάροδο των αιώνων ιερών καθιδρυμάτων, που, σε δυσχειμέρους καιρούς, αποτέλεσαν κέντρα λατρείας και πνευματικής περισυλλογής και προσευχής, αλλά και παιδείας και άλλων δραστηριοτήτων επωφελών για τους κατοίκους που είχαν ζήσει στους δυσκολότερους αιώνες, από απόψεως θρησκευτικής και πολιτικής ελευθερίας.
Εννοούμε τους αιώνες της τουρκοκρατίας, κατά τους οποίους είχαν κτισθή τα πλείστα των μοναστηριών της Πάρου (16ος - 18ος αι.).
Ακολούθως θα αναφερθούμε επιγραμματικά στην αρχιτεκτονική και στη ζωγραφική διακόσμηση, γενικά, των μονών της Πάρου και, τέλος, στα καθέκαστα ιστορικά στοιχεία τους. Εν επιλόγω δε θα τονισθή η προσφορά του μοναχικού θεσμού και ειδικότερα του Παριανού μοναχισμού.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Οι ρίζες του Χριστιανισμού στην Πάρο βρίσκονται στις αρχές του τετάρτου αιώνα (313 μ.Χ.), ίσως και ενωρίτερα, αφού ο πρώτος ναός που κτίσθηκε τότε είναι της Παναγίας, που αργότερα έλαβε το όνομα του Αγίου Νικολάου. Είναι το σημερινό παρεκκλήσιο της Παναγίας Εκατονταπυλιανής. Από αυτό το σημείο ο Χριστιανισμός, σαν από εστία γεμάτη φλόγες, ακτινοβόλησε και απλώθηκε παντού στο νησί.
Η Εκατονταπυλιανή, μαζί με τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές Βουτάκου (νοτιοδυτικά του νησιού) και Τριών Εκκλησιών (ένα χιλιόμετρο βορειοανατολικά της Παροικίας), του 5ου – 6ου αι., μας αποκαλύπτουν το ύψος και το μεγαλείο του Χριστιανισμού καθώς και της βαθειάς πίστεως των Παρίων στην πολιούχο όλων των νησιών μας, την Παναγία.
Ναοί δε ωραίοι και κομψοί, καθώς και συγκροτήματα μοναστηριών, σηματοδοτούν τις μεταγενέστερες εποχές και ιδιαίτερα τη μεταβυζαντινή εποχή (15ος-19ος αι.).
Από τη Βυζαντινή εποχή (7ος – 15ος αι.) έχουν επισημανθή μόνον τέσσερα μνημεία (Άγ. Γεώργιος ο Θαλλασσίτης, Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στον λόφο του Αγ. Αντωνίου, Θεοσκέπαστη Ναούσης και Ευαγγελίστρια Επισκοπιανών) χωρίς να αποκλείουμε και άλλα μνημεία που λανθάνουν (Αγ. Ιωάννης Σπηλιώτης στην Τρυπητή, Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος στο Μαράθι, Ζωοδοχ. Πηγή στο Μαράθι, κ.α.).
Η παντελής έλλειψη μνημείων των πρωτοβυζαντινών και μεσοβυζαντινών χρόνων -εν αντιθέσει με τη γειτονική Νάξο, που βρίθει ναών και μονών των περιόδων αυτών- πρέπει να δικαιολογηθή από το γεγονός ότι η Πάρος είχε σχεδόν εγκαταλειφθή για μακρύ χρονικό διάστημα λόγω των Αράβων (Σαρακηνών) πειρατών κατά τους 9ο – 11ο αιώνες.
Το 1083 η Πάρος και η Νάξος ενώνονται σε μια Μητρόπολη, την Μητρόπολη Παροναξίας. Ακολουθεί η Φραγκοκρατία (1207-1537). Και μισό αιώνα περίπου μετά την κατάκτηση της Πάρου από τους Τούρκους (στα 1537, οριστικά στα 1566), η Μητρόπολη Παροναξίας ζωογονείται λόγω των προνομίων που είχαν δοθεί στην Εκκλησία των Νήσων από τον σουλτάνο Μουράτ Γ΄, με τον περίφημο αχτιναμέ του 1580, κατά τον οποίο υπήρχε ελαστικότητα και ελευθερία σχετική στο να χτίζουν ναούς και μοναστήρια, έτσι που στο τέλος του 18ου αιώνα η Πάρος να έχει καλυφθή από κομψούς οίκους λατρείας και συγκροτήματα κελλιών και η λαϊκή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική να βρη την πλήρη εκφρασή της με την δημιουργία αυτών των κομψοτεχνημάτων που διατηρούνται μέχρι σήμερα και προσφέρουν πνευματική και αισθηματική συγκίνηση και κατάνυξη ψυχής και καρδίας.
Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο (1453 - 1821), παρόλες τις αναταραχές και τις ανασφάλειες που περνούν οι Παριανοί, συνεχίζουν να έχουν οικονομικές δυνατότητες να χτίζουν ναούς και μοναστήρια, γεγονός που επέφερε οφέλη και στους κτήτορες αυτών των ιδρυμάτων και στους μοναχούς, αλλά και στους κατοίκους του νησιού, όπως θα δούμε τελειώνοντας τη μελέτη μας αυτή.
Τα μοναστήρια αποτελούν τυις υλικές εκφράσεις του μοναχικού θεσμού, ο οποίος εμφανίζεται από τα μέσα του 2ου αιώνα. Οι μοναχοί αρχικά ζούσαν ιδιόρρυθμα στις λαύρες τους, και από τον 4ο αιώνα καθιερώνεται το κοινοβιακό σύστημα (ιδρυτής του ο όσιος Παχώμιος), κατά το οποίο οι μοναχοί κατοικούσαν στο ίδιο τετράγωνο ή παραλληλόγραμμο κτηριακό χώρο, με τα κελλιά διατεταγμενα κατά σειρά και στο κέντρο το καθολικό (την εκκλησία).
ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Η κτηριολογική διάταξη των μοναστηριών της Πάρου παρουσιάζει την εξής εικόνα: Στο μέσον ή στο ανατολικό τμήμα της αυλής που σχηματιζόταν από τα κελλιά κτισμένα στο ισόγειο και στον άνω όροφο, υψώνεται ο ευκτήριος οίκος ή εκκλησία ή «καθολικός ναός» ή απλά, καθολικό. Ο περίβολος των συγκροτημάτων που σχηματίζεται από τους εξωτερικούς τοίχους των κελλίων είναι πάντοτε υψηλός και συμπαγής, χωρίς μεγάλο παράθυρα και σε με μια μόνον είσοδο, την πύλη ή θύρα, ανοιγμένη συνήθως στη δυτική ή νότια πλευρά, και σπάνια δεύτερη, εκ διαμέτρου αντίθετη με την κύρια είσοδο (όπως στη Λογγοβάρδα), το παραπόρτι, όπως λέγεται σε άλλα μοναστήρια.
Και στις τέσσερις πλευρές του οικοδομικού τετραγώνου παρατάσσονται στο ισόγειο οι βοηθητικοί χώροι, ενίοτε και κελλιά, χωρίς παράθυρα, στον άνω δε όροφο (μοναδικός σε όλα τα μοναστήρια της Πάρου) τα κελλιά, διαστάσεων συνήθως 2,20Χ2,00 μ. μέχρι 2,50Χ2,20 μ. βλέπουν όλα προς την εσωτερική αυλή, που οι διαστάσεις της είναι μικρές. Οι μικρότερες είναι μόλις 35 τετραγ. Μέτρα (Άγιος Ανδρέας, Άγιος Ιωάννης στα Κραύγα, Αγία Κυριακή Λευκών κ.α.).
Η στέγαση των κελλιών έχει γίνει με δοκάρια, φίδες, καλάμια και φύκια, όπως στα παλαιά σπίτια των χωριών. Μερικά μοναστήρια φέρουν επάνω από την πύλη εισόδου στην αυλή ζεματίστρα, δηλ. κτιστή, πλατειά χαραμάδα, που ανοίγεται στο δάπεδο του άνω ορόφου από εκεί οι μοναχοί αντιμετώπιζαν τις ποικίλες επιδρομές και απόπειρες παραβιάσεως της βαρειάς ξύλινης πόρτας απ’ τους πειρτατές ή τους εχθρούς, ρίχνοντας σ’ αυτούς καυτό λάδι ή νερό λυωμένο μολύβι.
Απαραίτητο τμήμα ήταν και οι βρύσες (κρήνες). Η στέγη στα καθολικά παρουσιάζεται με διάφορους τύπους: θολωτή ή καμαρωτή με δώμα. Είναι ο τύπος του μονόκλιτου ή μονοκάμαρου ναού (Παναγία Ξεχωριανή, Αγ. Γεώργιος Λαγκάδας κ.α.). Άλλοι τύποι: δίκλιτη βασιλική με θόλο (Ευαγγελίστρια Παροικίας, Άγ. Ιωάννης Πρόδρομος Κουνάδου κ.α.) και εγγεγραμένος σταυροειδής ναός με τρούλλο (ο επικρατέστερος) [Αγ. Αντώνιος, Αγ. Ανδρέας, Ταξιαρχάκι κ.α.].
Εξαίσια αριστουργήματα μαρμαρογλυπτικής αποτελούν τα καμπαναριά των καθολικών, που προσδίδουν χάρη και μεταφυσική μεγαλοπρέπεια στον χώρο. Πάντοτε η νησιωτική, μοναστηριακή αρχιτεκτονική θα συγκινεί και θα εντυπωσιάζει για τη διαρρύθμιση των κελλιών, των βοηθητικών χώρων, το κτίσιμο όλων σε μέρη που αρμονικά συνταιριάζονται με το περιβάλλον, καθώς και με τη λευκότητα όλων των κτηρίων, αποτέλεσμα του συχνού ασπρίσματος (γαλαχτίσματος) με ασβέστη.
Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ
Η ζωγραφική διακόσμηση των καθολικών αφορά στις τοιχογραφίες και στις εικόνες (οι πρώτες ελάχιστα σώζονται). Υπάρχει και η ξυλόγλυπτη διακόσμηση, που έχει να μας δώσει δείγματα λαμπρά σε τέμπλα, δεσποτικούς θρόνους, αρτοφόρια, επιταφίους κ.α., ενώ δεν λείπει και η μαρμάρινη με τέμπλα (πολύ λίγα), μανουάλια, τάφους στα δάπεδα κ.α.
Αξιοπρόσεκτα είναι, και για τούτο προξενούν κατάνυξη και θαυμασμό, τα καθολικά των Μονών Λογγοβάρδας, Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης (Κεφάλου), Ταξιαρχών Κουνάδου, Αγίου Ανδρέου Ναούσης κ.α., για την ποικίλη διακόσμηση τους.
ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
Πολλά μοναστήρια της Πάρου ήταν σταυροπηγιακά. Καλούνται έτσι επειδή απολάμβαναν ορισμένων προνομίων και προστασίας από μέρους του Οικομενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, στο οποίο υπάγονταν απ’ ευθείας.
Από τα σιγίλλια και τα Πατριαρχικά γράμματα, με τα οποία αναγνωριζόταν η «σταυροπηγιακή και πατριαρχική αξία» τους, είναι γνωστά τα μοναστήρια του Αγίου Αντωνίου, της Λογγοβάρδας, της Παναγίας Εκατονταπυλιανής, του Αγίου Αθανασίου Ναούσης, του Αγίου Γεωργίου Ναούσης, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Λευκών κ.α.
Οι ευρισκόμενοι σήμερα εν ενεργεία Μονές, είχαν παλαιότερα δώσει «τον καρπόν αυτών εν καιρώ αυτών» (Ψαλμ. Α΄, 3), αλλά και συνεχίζουν να τον δίδουν καθώς είναι και οι σπουδαιότερες και πλέον γνωστές σε όλους σήμερα...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου